Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Ο ρόλος του Πόντου στην εξέλιξη του ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού

Του Θωμά Σαββίδη*, Αναπληρωτή Καθηγητή του ΑΠΘ και Αντιπροέδρου του Οργανισμού Διεθνοποίησης της Ελληνικής Γλώσσας.

Οι αρχαίοι Έλληνες ξεκίνησαν, ως ημινομαδικός λαός, από την ινδοευρωπαϊκή τους πατρίδα προς την βαλκανική χερσόνησο η οποία εκείνη την εποχή ήταν καλυμμένη από τέλματα και παρθένα δάση. Σε αυτό το σκηνικό η επιβίωση θα ήταν δύσκολη εάν αυτοί δεν στρέφονταν από πολύ νωρίς προς ανατολάς με την δημιουργία των αποικιών για την εξασφάλιση της επάρκειας κυρίως των τροφίμων. Έτσι η χλωρίδα και η πανίδα της Ελλάδος υπέστησαν αναγκαστικά μια τεράστια διαδικασία “εξανατολισμού”. Κατά τον Ησίοδο (700 π.Χ.) η αρχή του κόσμου ήταν ο Πόντος, συγκεκριμένα ο Καύκασος, και το τέλος τα όρη του ‘Ατλαντα. Στους δύο αυτούς πόλους του οριζόντιου άξονα, του τότε γνωστού κόσμου, συμβολικά εξέτειαν την ποινή τους οι δύο Τιτάνες ο Προμηθέας και ο ‘Ατλαντας αντίστοιχα. Μερικούς αιώνες αργότερα, καθώς ο κόσμος επεκτεινόταν μόνο ανατολικά, ο Πόντος από αρχή του κόσμου έγινε το κέντρο του.
Φυτά και ζώα, άγνωστα μέχρι εκείνη την εποχή, μεταφέρθηκαν μέσω του Πόντου από την Συρία και άλλες χώρες της εγγύς ανατολής προς την Ελλάδα. Στη συνέχεια με τον εποικισμό της κάτω Ιταλίας από τους Έλληνες, και τελικά με τις ρωμαϊκές εκστρατείες, αυτά τα φυτά και ζώα έγιναν γνωστά όχι μόνο στην Aπεννινική χερσόνησο αλλά και στους πέραν των ‘Αλπεων κελτικούς ή γερμανικούς βαρβαρικούς λαούς.
Η αναπόφευκτη πορεία του εξανατολισμού της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής χλωρίδας και πανίδας πέρασε αναγκαστικά από τον Πόντο. Παράλληλα με την διακίνηση των πρώτων υλών μεταφέρθηκαν και οι εμπειρίες των πανάρχαιων ανατολικών πολιτισμών άγνωστες μέχρι τότε στον ευρωπαϊκό χώρο (“ex oriente lux”).
Όχι μόνο η γεωγραφική θέση αλλά πολύ περισσότερο η πολιτιστική, οικονομική αλλά και ναυτική κυριαρχία συνετέλεσε τα μέγιστα στην μετανάστευση ποικίλων νέων ειδών από το φυτικό και ζωικό βασίλειο προς την μητροπολιτική Ελλάδα. Ο Victor Hehn στο έργου του: Καλλιεργούμενα φυτά και κατοικίδια ζώα στην μετάβασή τους από την Ασία προς την Ελλάδα και Ιταλία και προς την υπόλοιπη Ευρώπη (Kulturpflanzen und Haustiere in ihrem Uebergang aus Asien nach Griechenland und Italien sowie in das Uebrige Europa) αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην συμβολή των ελληνικών αποικιών του Πόντου στην διαδικασία εμπλουτισμού της ελληνικής και γενικότερα της ευρωπαϊκής χλωρίδας και πανίδας.
Το εύκρατο κλίμα του Πόντου με τις άφθονες βροχοπτώσεις δημιούργησε άριστες προϋποθέσεις για την αρχική εγκατάσταση των φυτικών οργανισμών από τα ενδο-ασιατικά κέντρα προέλευσης. Την εγκατάσταση των φυτών ακολούθησαν τα ζώα. Έτσι ο Πόντος έμελλε να παίξει το ρόλο του πρώτου σταθμού της πορείας των ειδών από την Ασία προς την Ευρώπη όπως ισχυρίζονται οι ειδικοί ερευνητές. Αντίστοιχο ρόλο θα μπορούσε να διαδραματίσει και η Κασπία Θάλασσα, όμως η γεωγραφική της απομόνωση δεν το επέτρεψε.
Το πλούσιο υπέδαφος στον Πόντο, ήταν ακόμα ένα κίνητρο για την αρχική εγκατάσταση των πρώτων εποίκων. Πολύτιμα για την τότε ελληνική οικονομία ήταν τα αγροτικά προϊόντα και οι πρώτες ύλες του Εύξεινου Πόντου μεταξύ αυτών δημητριακά, ξυλεία, καννάβι, λινάρι, μέλι, κερί, κτηνοτροφικά είδη, παστά ψάρια κ.λ.π. Από την άλλη μεριά τα καράβια από την μητροπολιτική Ελλάδα εφοδίαζαν με λάδι και κρασί, το διττό σύμβολο του κλασικού πολιτισμού, και οτιδήποτε άλλο πρόσφερε η καταναλωτική κοινωνία της εποχής: όσα της ημέρου διαίτης οικεία (Στράβων, ΙΑ΄, 2,3).
Η οικονομία στον Πόντο επηρεαζόταν άμεσα από τη διακίνηση των αγαθών μέσω των λιμανιών του. Τα αγαθά από τα βάθη της Ασίας έφθαναν στις ακτές του Ευξείνου Πόντου και από εκεί διακομίζονταν προς τα διάφορα λιμάνια της Ευρώπης. Ταυτόχρονα η χλωρίδα και η πανίδα εμπλουτίζονταν διαρκώς τόσο από την φυσική όσο και από την υποκινούμενη μετανάστευση των καλλιεργούμενων φυτικών ειδών και κατοικιδίων ζώων. Σύμφωνα με τον Στράβωνα (ΙΒ΄, 548): «Τοσαύτην δ’ οπώραν εκδίδωσιν η παρώρειος την αυτοφυή και αγρίαν, σταφυλής τε και όχνης και μήλου και των καρυωδών, ώστε κατά πάσαν του έτους ώραν αφθόνως ευπορείν τους εξιόντας επί την ύλην, τοτέ μεν έτι κρεμαμένων των καρπών εν τοις δένδρεσι, τοτέ δ’ εν τη πεπτωκυία φυλλάδι και υπ’ αυτή κειμένων, βαθεία και πολλή κεχυμένη, συχναί δε και θήραι παντοίων αγρευμάτων διά την ευπορίαν της τροφής» δηλ. «Τόσοι είναι οι καρποί που βγάζει η λοφώδης χώρα, αυτοφυείς και άγριοι, σταφύλια, αχλάδια, μήλα και καρύδια, ώστε κάθε εποχή του χρόνου όσοι βγαίνουν στο δάσος βρίσκουν φρούτα σε αφθονία. Οι καρποί είναι άλλοτε κρεμασμένοι στα δένδρα και άλλοτε μέσα στο φύλλωμα που έχει πέσει στο χώμα, από κάτω, πεσμένα σε μεγάλες ποσότητες. Η άφθονη τροφή επίσης, δημιουργεί τις συνθήκες για πολύ καλό κυνήγι».
Εάν ο τόπος δεν παρείχε επαρκείς και ανανεούμενες πηγές πρώτων υλών κατ’ αρχήν δεν θα είχε εποικισθεί ή θα είχε εγκαταλειφθεί από νωρίς. Αντίθετα το ρίζωμα και η μεγαλουργία του Ελληνισμού για πάνω από εικοσιοχτώ αιώνες στην γη του Πόντου βεβαιώνει αυτή την άρρηκτη σχέση ζωής ανθρώπων και αγαθών. Ο ιστορικός εποικισμός του Εύξεινου Πόντου από τους Έλληνες φαίνεται πως εγκαινιάστηκε γύρω στο 800 π.Χ., όταν περίπου άρχισε να καθιερώνεται στο χώρο του Αιγαίου η τριήρης ως ποντοπόρο πλοίο. Κύρια αποικιακή δύναμη αυτή την εποχή ήταν η Μίλητος και λίγο αργότερα τα Μέγαρα. Οι Ίωνες άποικοι από τη Μίλητο ίδρυσαν τη Σινώπη στην παραλία της Παφλαγονίας, στην ακατοίκητη ως τότε νότια ακτή της Μαύρης Θάλασσας. Η Σινώπη άνθησε από τον 6ο ως τον 4ο π.Χ. αιώνα ως η κατάληξη ενός μεγάλου εμπορικού δρόμου που ερχόταν από τον Ευφράτη στη Μαύρη Θάλασσα. Εδώ γεννήθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. ο Διογένης, ο κυνικός φιλόσοφος του βαρελιού ο οποίος έφυγε νέος στην Αθήνα και μαθήτευσε κοντά στον ιδρυτή της κυνικής σχολής Αντισθένη.
Η Τραπεζούντα εξελίχτηκε σε μια μεγάλη και πολυάνθρωπη πόλη, η καρδιά του Πόντου. Η οικονομική της ευμάρεια προέρχονταν εκτός των άλλων και από το εκτεταμένο εμπόριο με την Περσία, την Συρία, την Αίγυπτο και τις άλλες ανατολικές χώρες όπως Ινδία και Κίνα. Εκτός από τις καινούργιες πόλεις που ίδρυαν οι Έλληνες, συχνά εγκαθίσταντο και στα οικιστικά κέντρα του ντόπιου πληθυσμού που κατά κανόνα τα εξελλήνιζαν βαθμιαία. Έτσι το 560 π.Χ. έγινε αποικία των Μιλησίων και η Αμισός η οποία ιδρύθηκε από τους αρχαίους Καππαδόκες. Η Αμισός εξελίχτηκε σε σπουδαίο λιμάνι το δεύτερο μετά την Τραπεζούντα. ‘Αλλες πόλεις ήταν η Αμάσεια σε υψόμετρο 450 μ, που απείχε 70 χιλιόμετρα από τη θάλασσα. Εδώ γεννήθηκε ο γεωγράφος Στράβων το 66 π.Χ. ο οποίος περιγράφει την πόλη ως εξής: «… η δε ημετέρα πόλις κείτε εν φάραγγι βαθεία και μεγάλη δι ης ο Ίρις φέρεται ποταμός, κατασκευάσται δε θαυμαστής, προνεία τε και φύσει, πόλεως άμα και φρουρίου παρέχεσθαι χρείαν δυναμένη». Η ναυτιλία, το εμπόριο και η γεωργία αναπτύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό.
Ο Εύξεινος Πόντος έγινε θάλασσα ελληνική και ο ελληνικός πολιτισμός, έντονα διαφοροποιημένος από τον πολιτισμό των ντόπιων πληθυσμών, κυριάρχησε αδιαμφισβήτητα σε όλες τις νότιες παραλίες του Εύξεινου Πόντου. Η περιοχή αυτή, που συνέβαλε αποφασιστικά με τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της στην οικονομική ανάπτυξη του αρχαίου Ελληνισμού κατοικήθηκε βαθμιαία από τόσους Έλληνες, ώστε τελικά αποτέλεσε μια πλατιά προέκταση του ελληνικού κόσμου προς τα βορειοανατολικά. Μέσω αυτών όχι μόνο έφταναν τα ελληνικά προϊόντα στο βαρβαρικό Βορρά, αλλά και εξάγονταν από αυτόν προς το Αιγαίο, εκτός από τα διάφορα και αφθονότατα υλικά εφόδια, ιδέες, μορφές τέχνης.
Στους πρώτους αιώνες της δράσης του, ο αρχαίος Ελληνισμός του Ευξείνου Πόντου διατήρησε αναλλοίωτα στην κοινωνική και πολιτική του οργάνωση και τα χαρακτηριστικά της κατά μέγιστο ποσοστό ιωνικής του προέλευσης. Τα αρχαιολογικά ευρήματα στις διάφορες αποικίες της παραθαλάσσιας ζώνης φανερώνουν ότι οι κάτοικοί τους κρατούσαν ανέπαφες τις παραδόσεις, τις συνήθειες, τα πολεοδομικά δεδομένα, τα ταφικά έθιμα, τους πολιτειακούς θεσμούς που είχαν φέρει από τη μητρόπολη, σε ορισμένες δε περιπτώσεις παρακολουθούσαν και τις προόδους που πραγματοποιούνταν στην πατρίδα, εφόσον η επικοινωνία με αυτή δεν σταματούσε ποτέ χάρη κυρίως στο ναυτικό εμπόριο.
Στα πιο προχωρημένα όμως χρόνια η επίδραση του περιβάλλοντα τις αποικίες κόσμου γίνεται όλο και πιο έντονη. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι άποικοι αφελληνίστηκαν ποτέ ή ότι έχασαν την αυτονομία τους. Απλά, υποχρεώθηκαν πρώτα – πρώτα να προσαρμοστούν στις ποικίλες τοπικές συνθήκες, γεωγραφικές και πολιτιστικές, και ύστερα να ενταχθούν στο σώμα των μεγάλων κρατικών ενοτήτων, με τις οποίες γειτόνευαν. Έτσι, διαμορφώθηκε και στον Εύξεινο Πόντο ένας γνήσιος μεν, ιδιόμορφος δε ελληνικός κόσμος, που η φυσιογνωμία του είχε τα ξεχωριστά τοπικά χαρακτηριστικά της.
Ο Δυτικός Πόντος κατακτήθηκε από τους Πέρσες και διοικήθηκε από σατράπες περσικής καταγωγής. Ένας από αυτούς, ο Μιθριδάτης ο VI, κήρυξε την περιοχή ανεξάρτητη και ίδρυσε το 302 π.Χ., το Βασίλειο του Πόντου, χωρίς όμως να καταλύσει το πολίτευμα των παραθαλάσσιων ελληνικών πόλεων που έλεγχαν τις αγορές και την εμπορική ναυτιλία. Ο προσωπικός γιατρός του βασιλιά Μιθριδάτη του VI ήταν ο Κρατεύας, βοτανολόγος με ζωηρό ενδιαφέρον για φαρμακευτικά και τοξικά φυτά. Κατέστησε άνοσο τον βασιλιά Μιθριδάτη δίνοντάς του σταδιακά μικρές δόσεις από δηλητήριο. Ο Κρατεύας έγραψε ένα βιβλίο για την φυσιολογία και τη χρήση των βοτάνων. Στο έργο αυτό για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν εικόνες που συμπληρώνουν την περιγραφή. Στα βυζαντινά χρόνια, ο Πόντος αποκτά μεγάλη στρατηγική σημασία. Ελέγχει και προστατεύει τόσο το θαλάσσιο δρόμο προς το Βόσπορο, όσο και τον βόρειο δρόμο που καταλήγει στη βαλκανική. Με την ανάπτυξη της ναυτιλίας γίνεται ο κύριος τροφοδότης της μητρόπολης με όλα τα αγαθά από την περιοχή της Μαύρης θάλασσας αλλά και από το εσωτερικό της Ασίας μέχρι την Περσία.
Οι ναυτικοί του Πόντου δεν έκαναν μεγάλα θαλάσσια ταξίδια. Προτιμούσαν το μεσιτικό εμπόριο και την ακτοπλοΐα για τον εφοδιασμό των γειτονικών χωρών με εγχώρια προϊόντα ιδίως κρασί και παστά ψάρια. Η Τραπεζούντα ήταν εμπορικό κέντρο, τόπος αποθήκευσης εμπορευμάτων, το κέντρο του παγκόσμιου εμπορίου της εποχής. Ότι πολύτιμο παραγόταν στις ανατολικά της Μαύρης Θάλασσας ασιατικές περιοχές μέχρι την Ινδία και Κίνα περνούσε από την Τραπεζούντα. Οι Γενοβέζοι και οι Ενετοί έπαιζαν τον πρώτο ρόλο στην πόλη των Κομνηνών. Πλήρωναν φόρο για κάθε εισαγόμενο εμπόρευμα.
Από φυσική άποψη ο Πόντος συγκαταλέγεται στις ζώνες της γήινης επιφάνειας που είναι πλούσιες σε φωτοσυνθετικό δυναμικό, δηλαδή παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων φυτικής βιομάζας. Ο πόντιος γεωγράφος Στράβων περιγράφει τον Πόντο ως εξής: «Η πεδιάδα είναι γεμάτη δροσιά και καταπράσινη. Μπορεί και τρέφει αγέλες βοδιών και αλόγων. Έχει καλλιέργειες από κεχρί και ζαχαρόχορτο σε ατελείωτες ποσότητες. Τα πλούσια νερά της περιοχής δεν αφήνουν ξηρασία πουθενά. Ούτε μία φορά δεν έχει αναφερθεί ότι έπεσε πείνα σε αυτά τα μέρη». Eκτός από τις μεγάλες ποσότητες βιομάζας που παράγονται στην περιοχή του Πόντου, εντυπωσιακή είναι και η αφθονία και η ποικιλομορφία των φυτικών ειδών. Εδώ ο αριθμός των ειδών είναι πολύ μεγάλος σε μία δεδομένη έκταση γης. Υπολογίζεται ότι η συγκέντρωση των φυτικών ειδών στις περιοχές αυτές είναι περίπου δέκα φορές μεγαλύτερη από ότι στην κεντρική Ευρώπη.
Η πλούσια χλωρίδα του Πόντου με τα ποικίλα και στρατηγικής σημασίας βότανα προσωποποιήθηκε στις μυθικές μορφές της Μήδειας και Κίρκης, κόρης και αδελφής του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, αλλά και της Εκάτης, θεότητας του μυστικισμού, η οποία διατηρούσε τον βοτανικό της κήπο στην περιοχή. Η Μήδεια μάλιστα ήταν ιέρεια της Εκάτης. Οι παραπάνω κυρίες διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη ιστορικών γεγονότων με την κατοχή αυτών των «βοτάνων» ενός σημαντικού όπλου που μεταφράζεται ως χλωρίδα μιας περιοχής. Αντίστοιχο ρόλο διαδραματίζουν σήμερα άλλες μορφές χλωρίδας, όπως οι λιθάνθρακες και τα πετρέλαια.
Οι εστίες τις πρώτης εμφάνισης των φυτών στον πλανήτη γη, δηλ. τα λεγόμενα «κέντρα προέλευσης των φυτών» καθορίστηκαν μετά από πολύχρονες έρευνες της ομάδας του Ρώσου γενετιστή Νikolai Ιvanovich Vavilov (1926). Σύμφωνα με τις μελέτες αυτές ως κέντρα προέλευσης των φυτών ορίζονται οι περιοχές εκείνες στις οποίες τα φυτά εμφανίζουν τη μεγαλύτερη προσαρμογή και ποικιλομορφία. Με βάση αυτές τις αρχές καθορίστηκαν 8 ανεξάρτητα κέντρα από όπου ξεκίνησαν τα διάφορα καλλιεργούμενα φυτά. Από αυτά 5 εντοπίζονται στην Ασία, 1 στη Μεσόγειο ενώ τα υπόλοιπα 2 στο Νέο Κόσμο (Αμερική). Ο Πόντος αποτελεί προέκταση του νοτιοδυτικού ασιατικού κέντρου προέλευσης των φυτών και γειτνιάζει περισσότερο με τα ενδο-ασιατικά κέντρα, από ότι οι λοιπές ευρωπαϊκές περιοχές. Έτσι παρεμβάλλεται γεωγραφικά στην πορεία μετανάστευσης των φυτών από τα ασιατικά κέντρα προς τα δυτικά.
Η μετακίνηση φυτών και ζώων από την Ασία προς την Ευρώπη, με γέφυρα τον Πόντο, διευκολύνθηκε τα μέγιστα από τις ιδιάζουσες γεωγραφικές και κλιματιλογικές συνθήκες της περιοχής. Στον άξονα που δημιουργείται από τον Πόντο μέχρι τη Συρία, την πατρίδα των περισότερων και δυναμικότερων φυτών (δημητριακά) επικρατεί ζώνη κλιματολογικής ομοιομορφίας η οποία οριοθετείται από την κοιλάδα των δύο μεγάλων ποταμών Τίγρη και Εφράτη. Οι σταθερές κλιματολογικές συνθήκες επέτρεψαν στα φυτά, αλλά και στα εξαρτημένα από αυτά ζώα να κινηθούν προς τα δυτικά, είτε από μόνα τους είτε με την παρέμβαση του ανθρώπου. Η βατότητα του άξονα που αναφέρθηκε καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι μέσω αυτού βρήκαν διέξοδο προς τη θάλασσα οι μύριοι του Ξενοφώντα. Ο Μάρκο Πόλο επίσης επέλεξε αυτή την δίοδο για να περάσει από την Ασία στην Ευρώπη. Από εδώ περνούσαν οι εμπορικοί δρόμοι των Αράβων προς την Ευρώπη αλλά και το πάλαι ποτέ κραταιό Περσικό κράτος είχε την Τραπεζούντα ως κεντρικό εμπορικό λιμάνι.
Η θέση των κέντρων προέλευσης των φυτών καθόρισε και την πορεία των μεταναστεύσεων των πρώτων κατοίκων της Μεσογείου. Mε την εγκατάσταση των πρώτων Ελλήνων η κατεύθυνση μετανάστευσης ήταν κυρίως ανατολικά και ελάχιστα, με αρκετή καθυστέρηση, δυτικά (Ιταλία). Η εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στόχο είχε την κατάκτηση, τον έλεγχο και την αξιοποίηση των άγνωστων μέχρι τότε ασιατικών κέντρων. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός που ανάμεσα στους μάχιμους στρατιώτες ένα επιτελείο επιστημόνων, κυρίως βοτανικοί, συνόδευαν το εκστρατευτικό σώμα.
Ένας μεγάλος αριθμός φυτών και ζώων άγνωστων στον μεσογειακό χώρο προήλθε από την Ασία και κινήθηκε ή μεταφέρθηκε προς τα δυτικά. Σ΄ αυτή τους την πορεία σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν η στρατηγική θέση και η δυναμική που αναπτύχθηκε στις ελληνικές αποικίες του Πόντου. Έτσι τα διάφορα φυτικά είδη, αλλά και τα ζώα που εξαρτώνται από αυτά, μετανάστευσαν εύκολα μέσω του Πόντου από τα ασιατικά κέντρα αρχικά προς την Ελλάδα και στη συνέχεια προς την δυτική Ευρώπη. Αυτή η μετανάστευση φυτών και ζώων από την Ασία συνέβαλε τα μέγιστα στην ταχεία ανάπτυξη του Ελληνικού αλλά στη συνέχεια και του Ευρωπαϊκού πολιτισμού.

*Ο Θωμάς Σαββίδης γεννήθηκε στο Κληματάκι Γρεβενών. Αποφοίτησε από το εξατάξιο Γυμνάσιο Τσοτυλίου Koζάνης και σπούδασε Βιολογία και Χημεία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Βοτανική στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς της Αυστρίας. Πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα στην Βοτανική και σήμερα είναι Επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στον Τομέα Βοτανικής. Εργάστηκε ερευνητικά στα Πανεπιστήμια Χαϊδελβέργης, Γκαίττιγκεν και στο Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών της Καρλσρούης (Γερμανία). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην δομή των φυτικών οργανισμών και στην προστασία του περιβάλλοντος από τοξικά και ραδιενεργά στοιχεία. Παράλληλα προσπαθεί να αξιοποιήσει τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα ως πηγή επιστημονικής γνώσης στον χώρο των θετικών επιστημών. Έχει δημοσιεύσει περίπου εκατό πρωτότυπες επιστημονικές εργασίες ενώ πρόσφατα εξεδόθησαν βιβλία του με τίτλο: Η Διατροφή στον Πόντο, το Μαστιχόδενδρο της Χίου και Ομήρου ‘Aμπελος. Υπό έκδοση βρίσκεται το πολύτομο έργο με τίτλο: Ομήρου Βοτανική. Είναι μέλος διεθνών επιστημονικών συλλόγων ενώ έντονη είναι η δράση του σε πολλές οργανώσεις στον εθνικό χώρο. Από το 1997 είναι Πρόεδρος του Οργανισμού για την Διεθνοποίηση της Ελληνικής Γλώσσας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πόντος

Ο Πόντος είναι η ελληνική ονομασία της γεωγραφικής περιοχής των ΒΑ. ακτών της Μικράς Ασίας, η παράλια περιοχή της Καππαδοκίας, ανατολικά της Παφλαγονίας, η οποία σήμερα ανήκει στην Τουρκία. Η γεωγραφική θέση του Πόντου ορίζεται δυτικά από τον ποταμό Παρθένιο της Βιθυνίας, νότια από την οροσειρά Ολγασύς, ανατολικά από τη λεγόμενη Μικρή Αρμενία και βόρεια από τη θάλασσα του Ευξείνου Πόντου που σήμερα ονομάζεται Μαύρη Θάλασσα (τουρκικά: Καρά-Ντενίζ).
Ο Πόντος υπήρξε στην αρχαιότητα πεδίο έντονου ελληνικού αποικισμού αλλά και βασίλειο επί Μιθριδάτη. Στην ύστερη βυζαντινή περίοδο, ξαναϋπήρξε ως ανεξάρτητο κράτος. Μέχρι το 1923 και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε κατ΄ επιταγή της Συνθήκης της Λωζάνης κατοικούνταν, σε σημαντικό ποσοστό, από ελληνόφωνους χριστιανικούς και μουσουλμανικούς πληθυσμούς