Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Μεθοδολογικά πρότερα στη Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής

Η βιβλιογραφία των γενοκτονικών μελετών αυξάνεται με ιδιαίτερα γοργούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια. Η μελέτη πτυχών των γενοκτονίων που τέλεσαν οι νεότουρκοι και οι κεμαλικοί με πρώτη αυτή των Αρμενίων βρίσκεται ανάμεσα στις πολλές εκδόσεις που πραγματοποιούνται γύρω από αυτό το θέμα.

Η Τουρκία έχει επανειλημμένως βρεθεί αντιμέτωπη με κατηγορίες για πράξεις Γενοκτονίας, εθνικής εκκαθάρισης και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Ανάμεσα στα θύματα υπήρξαν χριστιανοί, μουσουλμάνοι αλλά και εβραίοι. Αυτή η ιδεολογία εξολόθρευσης, αφανισμού και καταπίεσης ήταν μια βασική πολιτική παράμετρος τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως όμως των Νεοτούκρκων αλλά και των Κεμαλικών.

Η μελέτη της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής βρίσκεται ακόμη σε νηπιακό στάδιο. Στην περίπτωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε δυο σημαντικές παραμέτρους. Οι παράμετροι αυτοί προέκυψαν ως αντίδραση μετά την δημόσια διεκδίκηση της αναγνώρισης της Γενοκτονίας. Δεδομένου ότι η σημαντικότερη και πληρέστερα επιστημονικά τεκμηριωμένη περίπτωση υπήρξε αυτή του Πόντου (βλ. το έργο του καθηγητή Κωνσταντίνου Φωτιάδη), υπήρξε ο κίνδυνος της απόκρυψης των υπολοίπων ελλήνων στο ζήτημα αυτό. Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία αυτό χαρακτηρίζεται ως “the exclusivity of suffering” που σημαίνει σε ελεύθερη μετάφραση «η αποκλειστικότητα του δεινοπαθήματος». Έτσι οι Πόντιοι, όχι λόγω κάποιας υπεροψίας, παρά μάλλον λόγω μιας τοπικιστικής προσέγγισης του ζητήματος επικεντρώθηκαν στην ποντιακή περίπτωση. Βέβαια από τη μια κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ήταν αναμενόμενο, αφού ο ερευνητής έλκεται και από το προσωπικό του ενδιαφέρον για ένα θέμα. Συνεπώς σε πρώτη φάση οι πόντιοι ερευνητές μελέτησαν το ζήτημα του Πόντου. Οι υπόλοιποι έλληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης αισθάνθηκαν ότι η δική τους περίπτωση αποκρύπτεται και για τον λόγο αυτό διαμαρτυρήθηκαν- δικαίως από τη μια πλευρά. Πιστεύω λοιπόν, ότι οι επόμενες μελέτες που θα προκύψουν από τώρα και στο εξής, οφείλουν να λαμβάνουν τη Γενοκτονία ως ένα ενιαίο σχέδιο εξόντωσης των Ελλήνων της Ανατολής. Όχι διότι αυτό απαιτούν οι υπόλοιποι έλληνες Μικρασιάτες και Ανατολικοθρακιώτες αλλά διότι φαίνεται ότι αυτή είναι η ορθή προσέγγιση του θέματος. Θεωρώ προβληματική την όλη θεώρηση της Γενοκτονίας των Ελλήνων εάν πρόκειται μόνο για τους Ποντίους και αυτό για τον παρακάτω λόγο: Το σχέδιο που συνέλαβαν οι Νεότουρκοι ξεκάθαρα αφορούσε μια ομογενοποιημένη Ανατολία, τόσο εθνικά, όσο και θρησκευτικά. Πως είναι λοιπόν δυνατόν να υπάρχει εθνική και θρησκευτική ομογενοποίηση αν εξαιρούνται οι έλληνες της Μικράς Ασίας και της Αν. Θράκης. Εάν συμβαίνει αυτό τότε δεν έχουμε να κάνουμε με σχέδιο ομογενοποίησης της Τουρκίας αλλά με εθνική εκκαθάριση λόγω άλλων αιτίων. Εδώ η διαφορά είναι λεπτή. Όμως είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Αυτό το τελευταίο μας φέρνει στην επόμενη παράμετρο. Στα διεθνή συνέδρια, αν κάποιος επιστήμονας κάνει λόγο για Γενοκτονία των Ελλήνων και τυχαίνει να παρευρίσκεται στο συνέδριο κάποιος τούρκος, ο αντίλογος θα είναι ότι ίσως έγιναν κάποιες αγριότητες. Τις αγριότητες αυτές θα προσπαθήσει να τις δικαιολογήσει λέγοντας ότι οι θηριωδίες αυτές συνέβησαν σε καιρό πολέμου και είναι αναμενόμενο σε τέτοιες περιόδους να συμβαίνουν τέτοιου είδους θηριωδίες. Η παγίδα εδώ είναι σοβαρή και η παραποίηση των γεγονότων σκόπιμη για να καταλήξει ο ανυποψίαστος στο συμπέρασμα, ότι αφού τα γεγονότα αυτά διαδραματίστηκαν σε περίοδο πολέμου σίγουρα θα έγιναν αγριότητες και από τις δυο μεριές. Κάνουμε λόγο για σκόπιμη απόκρυψη διότι αποκρύπτεται το γεγονός ότι οι διωγμοί ξεκινάνε νωρίτερα από τον Α΄ ΠΠ και ανεξάρτητα απ’ αυτόν.

Ουσιαστικά ξεκινούν αμέσως μετά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο και μάλιστα από την Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Μεμονωμένοι διωγμοί βέβαια εντοπίζονται σε διάφορες περιόδους και διάφορους λόγους. Οι διωγμοί και οι σφαγές που κατέληξαν στη Γενοκτονία των Ελλήνων δεν εντασσόταν στο πλαίσιο κάποιων πολεμικών συρράξεων. Για να γίνει κατανοητός λοιπόν ο λόγος για τον οποίο οι Τούρκοι επιχειρούν αυτήν την ομογενοποίηση της Ανατολίας, θα πρέπει να γνωρίζει κανείς την σταδιακή ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού και την προώθηση του από θεωρητικούς όπως ο Ζιγιά Γκιοκάλπ κα. Η εθνικιστική αυτή ιδεολογία που ενισχύθηκε από τη σταδιακή απώλεια εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απροκάλυπτα δηλώθηκε στο συνέδριο των Νεοτούρκων στη Θεσσαλονίκη το 1911.

Το σχέδιο βέβαια αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ένα και ενίαιο. Μάλιστα παρ’ ότι υπήρχε το θεωρητικό υπόβαθρο από πολύ νωρίς δεν θα πρέπει να υπήρχε ως ενιαίο σχέδιο από το 1911. Η πολιτική μετακίνησης πληθυσμών, περιπτωσιακών διώξεων και σφαγών και η σταδιακή κλιμάκωση δίνει την εντύπωση ότι η ομογενοποίηση υπήρχε ως τελική λύση στο μυαλό των νεοτούρκων και του Κεμάλ, αλλά οι ιστορικές συγκυρίες και η σωστή εκμετάλλευση τους, ήταν τελικά που οδήγησε στην επιτυχία του σχεδίου. Ούτε πρέπει να θεωρηθεί ότι στην Ένωση και Πρόοδος δεν υπήρχαν διαφορετικές τάσεις. Αν υπήρχε πάντως από την αρχή συγκεκριμένο πλάνο εξόντωσης θα πρέπει να το γνώριζαν συγκεκριμένα επιτελικά πρόσωπα, διότι υπάρχουν περιφερειακοί αξιωματούχοι, οι οποίοι είτε δεν γνώριζαν όλες τις λεπτομέρειες του σχεδίου είτε δήλωναν ενάντιοι σ’ αυτό. Για παράδειγμα αρκετοί εκτοπισμοί ξεκίνησαν χωρίς εξαντλητικό προσχέδιο ή προετοιμασία. Με άλλα λόγια η πολιτική και στρατιωτική ελίτ ήθελε να απομακρύνει τα μη μουσουλμανικά στοιχεία, αλλά κάποιες από τις μεθόδους για να πραγματοποιηθεί αυτή η ομογενοποίηση επινοήθηκε στην πορεία και κατά την διάρκεια υλοποίησης του σχεδίου.

Άρα λοιπόν οι ισχυρισμοί ότι οι διωγμοί και οι σφαγές προκλήθηκαν λόγω του Ά Παγκόσμιου Πόλεμου ή λόγω της παρουσίας του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη δεν ευσταθούν. Εξάλλου και η πρόσφατη μελέτη του Τανέρ Ακτσάμ (Μια Επαίσχυντη Πράξη) που βασίστηκε κυρίως σε οθωμανικά αρχεία έχει δείξει πως το σχέδιο ήταν η εξαφάνιση όλων των χριστιανικών ομάδων της Ανατολίας και μάλιστα ξεκίνησε από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία πριν την Αρμενική Γενοκτονία του 1915. Πολύ πριν δηλαδή εμφανιστεί εκεί ο ελληνικός στρατός. Μάλιστα η επιτυχία που είχε το σχέδιο στους Έλληνες οδήγησε τους νεότουρκους να χρησιμοποιήσουν τα ίδια πρόσωπα στις νευραλγικές θέσεις κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του σχεδίου εξόντωσης των Αρμενίων. Για παράδειγμα ο Şükrü Kaya, ο Dr. Nâzım, ο Dr. Reşit, και ο Pertev Pasha πριν αναλάβουν θέσεις κλειδιά στην αρμένικη γενοκτονία είχαν «διακριθεί» στις επιχειρήσεις εθνικής εκκαθάρισης των Ελλήνων.

Εξάλλου και τα αρχεία του Βατικανού, που γνώριζε από πρώτο χέρι τι συνέβαινε καθώς είχε στα μέρη εκείνα ιεραποστόλους που ενημέρωναν λεπτομερώς την Αγία Έδρα, συνηγορούν ότι η Γενοκτονία που διέπραξαν οι Νεούτουρκοι και οι Κεμαλικοί θα πρέπει να ειδωθεί ως ένα ενιαίο σχέδιο εξόντωσης και εξαφάνισης ολόκληρου του χριστιανικού στοιχείου της Ανατολής. Σε γράμμα που στέλνει στον Κεμάλ στις 9 Μαρτίου του 1921 ο καρδινάλιος Γκάσπαρι εκ μέρους του Πάπα του απευθύνει έκκληση να δώσει το γρηγορότερο δυνατό διαταγές, για να εξασφαλιστεί ο σεβασμός της ζωής και των αγαθών των χριστιανών του Καυκάσου, της Μικράς Ασίας και της Ανατολίας. Ο Κεμάλ απαντώντας στο γράμμα αυτό απευθείας στον πάπα στις 12 Μαρτίου 1921 σημειώνει μεταξύ άλλων ότι «…οι χριστιανοί όλων των περιοχών όπου απλώνεται η κυριαρχία και η επιρροή της Κυβέρνησης του Μεγάλου Εθνικού Κοινοβουλίου της Τουρκίας, επωφελούνται από πλήρη ηρεμία…». Ο ίδιος βέβαια κατηγορούσε μερικά χρόνια αργότερα τους πολιτικούς του αντίπαλους γι’ αυτές τις θηριωδίες, σε μια συνέντευξη στην αμερικάνικη εφημερίδα Los Angeles Examiner, στο φύλλο της 1ης Αυγούστου του 1926.

Γεγονός πάντως είναι ότι οι θηριωδίες που διαπράχτηκαν από τους Νεότουρκους δικάστηκαν από τους Οθωμανούς μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο λόγος που επιζητούνταν η δίκη των Νεοτούρκων από τη νέα κυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν για να δείξουν ότι αποστασιοποιούνται από τα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί. Ήθελαν έτσι να μειώσουν τις εδαφικές και άλλες απαιτήσεις των Συμμάχων προς την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δημιουργήθηκαν λοιπόν περιφερειακές επιτροπές σ’ όλες τις επαρχίες και συνέλεξαν πληροφορίες για πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στις σφαγές και τις εκτοπίσεις. Τα στοιχεία που παίρνουμε από τα πρακτικά αυτών των δικαστηρίων είναι εξαιρετικά σημαντικά διότι αποκαλύπτεται ο ρόλος της μυστικής οργάνωσης Teshkilat-i-Mahsusa κάτω από τις οδηγίες του Dr. Behaeddin Shakir. Τον Ιούλιο του 1919 το κυρίως δικαστήριο καταδίκασε σε θάνατο την τριανδρία, Enver, Talaat, Jemal, τον Dr. Ahmet Nazim και τον Behaeddin Shakir, που όμως είχαν προλάβει να διαφύγουν όλοι στο εξωτερικό. Λίγες μέρες μετά την άφιξη του Κεμάλ στην Σαμψούντα (19η Μαΐου, ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων), στις 22 Μαΐου 1919 εκδόθηκε η τελική απόφαση του δικαστηρίου της Τραπεζούντας στην οποία επιβεβαιώνεται το γεγονός πως με επίφαση τις εκτοπίσεις είχαν δοθεί κρυφές οδηγίες για σφαγές.

Στην ποντιακή ιστοριογραφία λοιπόν που είναι ήδη αρκετά εσωστρεφής είναι σκόπιμο να προσέξει κανείς δυο κυρίως σημεία. Το πρώτο είναι ότι είναι ορθότερο να κάνουμε λόγο για Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής και όχι μόνο του Πόντου και το δεύτερο ότι η Γενοκτονία δεν προκλήθηκε ούτε από τον Α΄ΠΠ αλλά ούτε και από την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. Η διαδικασία της εξολόθρευσης είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και ανεξάρτητα από τα δυο αυτά γεγονότα.



Πηγή : MIKRASIATIS.GR

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πόντος

Ο Πόντος είναι η ελληνική ονομασία της γεωγραφικής περιοχής των ΒΑ. ακτών της Μικράς Ασίας, η παράλια περιοχή της Καππαδοκίας, ανατολικά της Παφλαγονίας, η οποία σήμερα ανήκει στην Τουρκία. Η γεωγραφική θέση του Πόντου ορίζεται δυτικά από τον ποταμό Παρθένιο της Βιθυνίας, νότια από την οροσειρά Ολγασύς, ανατολικά από τη λεγόμενη Μικρή Αρμενία και βόρεια από τη θάλασσα του Ευξείνου Πόντου που σήμερα ονομάζεται Μαύρη Θάλασσα (τουρκικά: Καρά-Ντενίζ).
Ο Πόντος υπήρξε στην αρχαιότητα πεδίο έντονου ελληνικού αποικισμού αλλά και βασίλειο επί Μιθριδάτη. Στην ύστερη βυζαντινή περίοδο, ξαναϋπήρξε ως ανεξάρτητο κράτος. Μέχρι το 1923 και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε κατ΄ επιταγή της Συνθήκης της Λωζάνης κατοικούνταν, σε σημαντικό ποσοστό, από ελληνόφωνους χριστιανικούς και μουσουλμανικούς πληθυσμούς